H νεαρή γυναίκα ομολόγησε ότι επιτέθηκε με βιτριόλι στην άτυχη Ιωάννα και ζήτησε συγγνώμη για την πράξη της

«Η Ιωάννα και οι γονείς της, τι να την κάνουν τη συγγνώμη της. Δεν δέχονται καμία συγγνώμη», είπε ο δικηγόρος της Ιωάννας.

Σχεδόν ένας χρόνος έχει περάσει από τότε που η 34χρονη Ιωάννα, μετατράπηκε σε θύμα μιας φρικτής επίθεσης, που συγκλόνισε το πανελλήνιο.

Ήταν Τετάρτη 20 Μαΐου του 2020, όταν η κοπέλα, δέχτηκε επίθεση με βιτριόλι από γυναίκα που είχε καλύψει τα χαρακτηριστικά της, στην είσοδο πολυκατοικίας όπου στεγάζονται τα γραφεία της ασφαλιστικής εταιρίας όπου εργαζόταν.

Χρειάστηκε να περάσει σχεδόν ένας χρόνος, ώστε η 35χρονη που κατηγορείται «για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και απείθεια», να «σπασει» τη σιωπή της και να ομολογήσει όσα έκανε, ζητώντας συγγνώμη.

signosm

Από τη σιωπή στη συγγνώμη

Η 35χρονη, που είναι προσωρινά κρατούμενη, φέρεται να ομολόγησε ενώπιον του ανακριτή ότι ήταν εκείνη που, πριν από περίπου ένα χρόνο, επιτέθηκε με βιτριόλι στην άτυχη Ιωάννα και ζήτησε συγνώμη για την πράξη της επιμένοντας πως δεν ήθελε να την σκοτώσει.

Σύμφωνα με πληροφορίες η κατηγορούμενη, μετέβη με τον δικηγόρο της, Σάκη Κεχαγιόγλου, στην ανακρίτρια και απολογήθηκε για όλα όσα την κατηγορούν.

Κατά τις ίδιες πληροφορίες, φέρεται να υποστήριξε πως ο λόγος που επιτέθηκε με βιτριόλι σε βάρος της Ιωάννας, ήταν ότι τη θεωρούσε υπεύθυνη για προσωπικό της ζήτημα.

Είναι η πρώτη φορά που η κατηγορούμενη μιλά για την υπόθεση καθώς όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με την δικαιοσύνη τον περασμένο Ιούνιο είχε επιλέξει να κάνει χρήση του δικαιώματος της σιωπής.

Αμέσως μετά την συμπληρωματική απολογία, η κατηγορούμενη οδηγήθηκε στις φυλακές, όπου κρατείται από τις 16 Ιουνίου.

Η Ιωάννα περίμενε τη συγγνώμη πριν μήνες
«Πράγματι απολογήθηκε και ομολόγησε την πράξη της, ενώ ταυτόχρονα προσπάθησε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα» είπε στο newsit.gr, o δικηγόρος της Ιωάννας, Απόστολος Λύτρας και προσθέτει: «Η Ιωάννα και οι γονείς της, τι να την κάνουν τη συγγνώμη της. Δεν δέχονται καμία συγγνώμη».

Τη συγγνώμη αυτή, η Ιωάννα, περίμενε να την ακούσει από τη δράστιδα, πριν μήνες. Η κοπέλα, βρισκόταν στο κρεβάτι της μονάδας εγκαυμάτων του «Θριάσιου» νοσοκομείου, όταν ενημερώθηκε ότι η γυναίκα που κατηγορείται ότι της κατέστρεψε το πρόσωπο με βιτριόλι, οδηγήθηκε στη φυλακή.

Σχολιάζοντας τότε, την επιλογή της κατηγορουμένης να επικαλεστεί το δικαίωμα της σιωπής, η Ιωάννα, σύμφωνα με τον δικηγόρο της δήλωσε : «Περίμενα έστω μία συγγνώμη. Άλλη μία μικρή δικαίωση μέχρι την τελική. Έχω εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη».

«Με θυμώνει που δεν γνωρίζω το λόγο που η ζωή μου έγινε εφιάλτης»
Η ίδια η Ιωάννα, εξάλλου, σε συνέντευξή της στο περιοδικό ΟΚ, σχολίασε την μέχρι πρότινος άρνηση της 35χρονης να μιλήσει, δηλώνοντας θυμωμένη «που δεν γνωρίζω τον λόγο που η ζωή η δική μου και της οικογένειάς μου έχει γίνει εφιάλτης τους τελευταίους δέκα μήνες».

«Είναι διαφορετικό, χωρίς να λέω πως είναι λιγότερο σοβαρό, το να πάθεις ένα ατύχημα στον δρόμο ή να αρρωστήσεις σοβαρά, και διαφορετικό να ξέρεις πως δίνεις μια μάχη για να κρατηθείς στη ζωή γιατί κάποιος άλλος άνθρωπος το επιδίωξε, μάλιστα με επιμονή. Είναι δύσκολο να διαχειριστείς την αδικία, τα ερωτηματικά και τον θυμό μέσα στον πόνο σου. Η αλήθεια είναι πως δεν καταλαβαίνω την άρνησή της να απαντήσει στα αμέτρητα “γιατί” που όλοι μας έχουμε, παρόλο που έχει δηλώσει μέσω του δικηγόρου της πως η πρόθεσή της είναι να το κάνει, να απολογηθεί. Δεν ξέρω ποια είναι η σκοπιμότητά της, αλλά είναι κάτι που με στρεσάρει, με στενοχωρεί και με θυμώνει. Δεν καταλαβαίνω γιατί επιμένει προκλητικά να συνεχίζει να προσβάλλει εμένα και την οικογένειά μου και να μας στερεί το δικαίωμα για απαντήσεις. Είναι νομικό της δικαίωμα να μη θέλει να απολογηθεί, αλλά δεν είναι ηθικό της δικαίωμα. Και με θυμώνει που δεν γνωρίζω τον λόγο που η ζωή η δική μου και της οικογένειάς μου έχει γίνει εφιάλτης τους τελευταίους δέκα μήνες. Για μένα η στάση της επιβεβαιώνει πως οι επανειλημμένες απόπειρες που έκανε να με σκοτώσει ήταν απολύτως συνειδητές, με διαρκή σχεδιασμό και χωρίς την παραμικρή μεταμέλεια. Δεν καταλαβαίνω πώς κάποιος μπορεί να είναι τόσο απάνθρωπος χωρίς να έχει την παραμικρή πρόκληση», σημείωσε η Ιωάννα.

Το χρονικό της άγριας επίθεσης

Όλα ξεκίνησαν το πρωί της Τετάρτης, 20 Μαΐου, όταν η 34χρονη Ιωάννα, πήγαινε στη δουλειά της.

Περίπου στις 9 το πρωί, στην είσοδο του κτιρίου των γραφείων όπου εργαζόταν, στη Λ. Θησέως στην Καλλιθέα, η νέα κοπέλα, έπεσε θύμα επίθεσης με οξύ από μια μαυροφορεμένη γυναίκα, που της είχε στήσει καρτέρι, στα σκαλιά που συνδέουν το ισόγειο με το υπόγειο του κτιρίου.

Μόλις η κοπέλα εμφανίστηκε και κινήθηκε προς το ασανσέρ, τότε η μαυροφορεμένη γυναίκα που πετάχτηκε μπροστά της, της πέταξε το οξύ στο πρόσωπο και τράπηκε σε φυγή.

Η Ιωάννα, σε κατάσταση σοκ και σφαδάζοντας από τους πόνους βγήκε στον δρόμο καλώντας σε βοήθεια και μπήκε σε διπλανό φαρμακείο όπου τις παρασχέθηκαν κάποιες Πρώτες Βοήθειες, ενώ τα ρούχα της έλιωναν πάνω στο σώμα της από το οξύ και έτρεχαν αίματα από το μάτι και το πρόσωπό της.

Εκεί φαίνεται πως είπε στην φαρμακοποιό, πως η γυναίκα που της επιτέθηκε, φορούσε χειρουργική μάσκα, δίχως όμως να ειπωθεί κάτι άλλο. Στη συνέχεια, συνάδελφοί της, την μετέφεραν εσπευσμένα με αυτοκίνητο σε νοσοκομείο. Η κοπέλα νοσηλεύτηκε για μήνες και υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις, έχοντας εκτεταμένα εγκαύματα σε πρόσωπο και σώμα από το οξύ.

Οι έρευνες των Αρχών
Για μέρες οι Αρχές αναζητούσαν τη δράστιδα της επίθεσης. Σύμφωνα με το θύμα, το βιτριόλι της το έριξε γυναίκα, ωστόσο δεν μπορούσε να αποδώσει σε κανένα πρόσωπο την επίθεση. Οι έρευνες εστιάστηκαν στο υλικό από τις κάμερες ασφαλείας και στην άρση των τηλεφωνικών συνομιλιών. Στο κάδρο των υπόπτων μπήκαν αρκετές γυναίκες, ενώ παράλληλα εξετάστηκε το φιλικό, συγγενικό και επαγγελματικό περιβάλλον της Ιωάννας.

Οι εξελίξεις στην υπόθεση, διαδέχονται η μία μετά την άλλη και στις 11 Ιουνίου, στην περιοχή του Ζωγράφου, οι αστυνομικοί προχωρούν στην προσαγωγή μίας 35χρονης, έξω από το σπίτι της. Έχουν ενδείξεις ότι η γυναίκα αυτή ενδέχεται να είναι ύποπτη. Μετά από έρευνα στο διαμέρισμά της εντοπίζονται ένα σακίδιο, ένα παντελόνι, μια καμπαρντίνα και μια περούκα, τα οποία ταυτίζονται με αυτά που φορούσε η φερόμενη δράστις όπως έχει καταγραφεί από τις κάμερες ασφαλείας.

Η σύλληψη

Η γυναίκα δεν ανήκε στον αρχικό κύκλο των υπόπτων από το προσωπικό και επαγγελματικό περιβάλλον της 34χρονης που είχε απασχολήσει στην πρώτη φάση των ερευνών τις διωκτικές αρχές. Φέρεται να διατηρούσε περιστασιακή σχέση με δικηγόρο ο οποίος είχε προσωπική επαφή με την άτυχη 34χρονη, κάτι που θεωρήθηκε από την ύποπτη ως «εμπόδιο» για να υπάρξει μόνιμος δεσμός μαζί του. Αστυνομικοί μιλούν για προγενέστερη «εμμονή» της εν λόγω γυναίκας σε βάρος της 34χρονης.

Οι αξιωματικοί της ΕΛΑΣ έφτασαν στα ίχνη της βασικής υπόπτου από σειρά πληροφοριών κι ύστερα από τον διαδοχικό αποκλεισμό άλλων σεναρίων κι άλλων προσώπων για τους οποίους διαπιστώθηκε ότι είχαν ισχυρά άλλοθι.

Επιπλέον, σημαντικά στοιχεία συγκεντρώθηκαν από την ανάλυση κλήσεων στα σημεία εμφάνισης της 34χρονης (Καλλιθέα, Συγγρού στο ύψος του Φίξ, Ακαδημίας, Παγκράτι), τη μαρτυρία οδηγού ταξί κλπ.

Η προσαγωγή της 35χρονης ιδιωτικής υπάλληλου σε δικηγορικό γραφείο, μετατρέπεται σε σύλληψη, το απόγευμα της 11ης Ιουνίου.

Η δίωξη
Οδηγείται στον εισαγγελέα, ο οποίος της ασκεί ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και απείθεια.

Κατά τη διάρκεια ερωτήσεων που δέχθηκε πριν οδηγηθεί ενώπιον του ανακριτή για τα αδικήματα της απόπειρας ανθρωποκτονίας (κακούργημα) και της απείθειας (πλημμέλημα) η 35χρονη με ψυχραιμία φέρεται να επιχείρησε να αποσείσει οποιαδήπτε ποινική ευθύνη και εμπλοκή της με την υπόθεση.

Η 35χρονη αρνείται τις κατηγορίες και απαντά ότι τα ρούχα που βρέθηκαν στο σπίτι της είναι συνηθισμένα στην αγορά, ότι την περούκα την είχε προμηθευτεί γιατί δεν της άρεσε η βαφή στα μαλλιά της και ότι την ώρα της επίθεσης στην Καλλιθέα, απουσίαζε από τη δουλειά της γιατί είχε πάει να φτιάξει τα νύχια της.

Για το θύμα η κατηγορούμενη φέρεται να παραδέχθηκε ότι το γνώριζε μέσω μιας ξαδέρφης της, αλλά αρνήθηκε ότι τη ζήλευε για κάποιον άνδρα. Η 35χρονη συνέχισε να χρησιμοποιεί σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας την τηλεκάρτα από την οποία είχε γίνει το τηλεφώνημα στο ραδιοταξί αμέσως μετά την επίθεση. Καλούσε αριθμούς που στη συνέχεια καλούσε και από το δικό της κινητό τηλέφωνο.

epith2

 Ο Γολγοθάς της Ιωάννας

Τον Σεπτέμβριο η Ιωάννα, βγαίνει από το νοσοκομείο, έχοντας κερδίσει την πρώτη μεγάλη της μάχη, αυτή για να κρατηθεί στη ζωή, και έχοντας μακρύ και δύσκολο δρόμο μπροστά της για να καταφέρει να ξανασταθεί στα πόδια της.

Μετά την φρικτή επίθεση που δέχτηκε, ζει σε μια ιδιότυπη φυλακή και αγωνίζεται για να ζήσει, όπως είχε πει στο MEGA, o δικηγόρος της, Νίκος Αλεξανδρής.

«Η ψυχολογία της όπως αντιλαμβάνεστε δεν είναι καθόλου καλή. Πέραν του γεγονότος ότι έχει πάρα πολύ ταλαιπωρηθεί 10 μήνες τώρα. Σκεφτείτε τι δεν μπορεί να συνεχίσει το πρόγραμμα θεραπείας και τις ιατρικές πράξεις που πρέπει να γίνονται, διότι το Θριάσιο έχει σταματήσει να λειτουργεί ως νοσοκομείο είναι νοσοκομείο covid. Οπότε εδώ και πάρα πολλούς μήνες είναι σε αναμονή.

Ούτως η άλλως η κατάστασή της είναι τέτοια που οι ιατρικές εξετάσεις και οι επεμβάσεις και το τονίζω γιατί μετά θα πρέπει να αρχίσει τις αποκαταστατικές θα πρέπει να γίνουν σε ένα χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο ετών. Δηλαδή για τον επόμενο ενάμιση χρόνο δεν θα μπορεί καν να ξέρει να γνωρίζει ποια θα είναι η τελική της μορφή», ανέφερε χαρακτηριστικά.

«Αυτή η κοπέλα ζει σε μια ιδιότυπη φυλακή η οποία είναι ενδεχομένως πολύ πιο σκληρή από τις φυλακές που έχουμε όλοι κατά νου. Δέκα μήνες δεν μπορεί να βγει έξω, δεν μπορεί να αντικρίσει άνθρωπο, δεν μπορεί να αντικρίσει το φως του ήλιου. Σκέφτεστε έναν άνθρωπο δέκα μήνες στο σκοτάδι… Σκέφτεστε έναν άνθρωπο να πίνει νερό με καλαμάκι;», τόνισε συγκλονίζοντας.

«Βοηθήστε με, καίγομαι πεθαίνω»- Τι είπε η Ιωάννα για την επίθεση
Δέκα μήνες μετά την εγκληματική επίθεση σε βάρος της, η Ιωάννα Παλιοσπύρου μίλησε για πρώτη φορά, ξετυλίγοντας ένα κουβάρι από συναισθήματα, αναμνήσεις και αναπάντητα ερωτηματικά.

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό «ΟΚ», η 35χρονη κοπέλα περιέγραψε τις συγκλονιστικές στιγμές της επίθεσης.

Μιλώντας για εκείνη τη μέρα ανέφερε : «Δεν μπορώ να ξεχάσω τον αφόρητο πόνο που ένιωσα και τον μεγάλο πανικό που με κατέβαλε. Είχα την αίσθηση πως εκείνη τη στιγμή κάτι χάνω, πως φεύγει η ζωή μου και ένιωθα αβοήθητη και ανήμπορη. Εφυγα ουρλιάζοντας, ζητώντας απεγνωσμένα βοήθεια και πήγα ενστικτωδώς μέχρι το απέναντι φαρμακείο. Ηταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό. Πιστεύω ότι λειτούργησε το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, της επιβίωσης. Εχουν χαραχτεί στο μυαλό μου οι τρομαγμένες εκφράσεις των ανθρώπων στο φαρμακείο. Δεν τολμούσε να με ακουμπήσει κανείς. Πάγωσαν, δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν. Φώναζα “βοηθήστε με, καίγομαι, πεθαίνω”. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να αντέξω, να παλέψω για να μη χάσω τις αισθήσεις μου».

«Πέρα από τους φρικτούς πόνους, ήμουν σε μεγάλο σοκ, δεν μιλούσα καθόλου, ούτε καν στη μητέρα μου. Προσπαθούσα να συγκροτήσω τις σκέψεις και τις δυνάμεις μου και να εξηγήσω με τη λογική όσα μου συνέβαιναν. Δεν ήξερα ποιος μου είχε επιτεθεί και γιατί βρισκόμουν σε αυτή την κατάσταση» λέει η Ιωάννα για τις πρώτες της ημέρες στο νοσοκομείο. Εκεί, αναρωτιόταν διαρκώς ποιος και γιατί της επιτέθηκε.

Πώς ζει τώρα
«Σκεφτόμουν πως -έστω συνειδητά δεν έχω βλάψει κανέναν. Αναρωτιόμουν πώς ήταν δυνατόν να έχω ενοχλήσει κάποιον χωρίς να το έχω καταλάβει, ώστε να με μισεί τόσο που να με κυνηγά με μανία, ξανά και ξανά, για να με σκοτώσει». Πλέον, είναι αναγκασμένη να ζει με τη μάσκα, την οποία φορά για ιατρικούς λόγους. Η Ιωάννα δεν είναι ακόμα έτοιμη να αυτοεξυπηρετείται. «Πέρα από τους λόγους της εικόνας μου, που δεν με κάνει να νιώθω άνετα όταν κυκλοφορώ, δεν μπορώ να εκτεθώ στο φως της ημέρας για λόγους ευαισθησίας. Δεν μπορώ να εργαστώ για πρώτη φορά στη ζωή μου, το ίδιο και η μητέρα μου, που με φροντίζει καθημερινά αφού η όραση και η κίνησή μου δεν έχουν ακόμα αποκατασταθεί. Πρέπει να φορώ μια σκληρή ειδική μάσκα στο πρόσωπο. Ο ρόλος της είναι να πιέζει τις ουλές 24 ώρες το 24ωρο και είναι πολύ περιοριστική. Τη βγάζω μόνο για να φάω και να κάνω μπάνιο. Ολες τις υπόλοιπες ώρες τη φορώ. Ακόμα κι αν θέλω να πιω νερό, δεν μπορώ, πρέπει να πιω με καλαμάκι».

Ολο αυτό τον καιρό, ο φύλακας-άγγελος της Ιωάννας είναι η μητέρα της. «Εχει δείξει αστείρευτη ψυχική δύναμη η μητέρα μου. Ηταν εκεί για εμένα κάθε φορά που έπεφτα και ένιωθα πως δεν αντέχω άλλο. Μας έχουν δέσει καταστάσεις που ποτέ δεν περίμενα να ζήσουμε, που μόνο μια μάνα και μια κόρη θα μπορούσαν να αντέξουν. Την είδα να γερνάει μέσα σε λίγες ημέρες και να επιβαρύνεται και η δική της υγεία. Σκέψου πως ένα πρωί, τον περασμένο Μάιο, την πήραν τηλέφωνο και της είπαν πως είμαι στο νοσοκομείο και από τότε δεν έχει γυρίσει σπίτι της. Εχει κληθεί να αντιμετωπίσει σκληρές εικόνες, δυσβάσταχτες καταστάσεις -μια πραγματικότητα που ξεπερνά τη φαντασία- και τα έχει καταφέρει και για τις δυο μας. Είναι μια μάνα που μου έχει δώσει ζωή δύο φορές».

Η Ιωάννα αντιλήφθηκε τη δημοσιότητα που έχει λάβει η υπόθεσή της μόνο τον περασμένο Σεπτέμβριο, όταν βγήκε από το νοσοκομείο: «Οταν πια βγήκα, μόνο τότε είδα κάποια δημοσιεύματα και ρεπορτάζ, αλλά ήταν κάτι που με στρέσαρε πολύ και δεν μπορούσα να το διαχειριστώ. Το έκανα σε δόσεις γιατί δεν το άντεχα».