To The Sound of Silence των Simon & Garfunkel, συμπεριλήφθηκε στο πρώτο άλμπουμ τους Wednesday Morning, 3 A.M., το 1964. Το τραγούδι γράφτηκε μεταξύ του 1963 και του 1964 από τον Πολ Σάιμον.

Η πρώτη κυκλοφορία ήταν αποτυχημένη, και αυτό οδήγησε στο να χωριστεί το ντουέτο, με τον Σάιμον να γυρίζει στην Αγγλία και τον Αρτ Γκαρφάνκελ να συνεχίζει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια.

Την Άνοιξη του 1965, το κομμάτι άρχισε να λαμβάνει κάποια αναγνωρισιμότητα, σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Μασαχουσέτης και της Φλόριντα. Ακολούθως ο παραγωγός του τραγουδιού, Τομ Ουίλσον, έκανε ένα ρεμίξ του τραγουδιού, προσθέτοντας ηλεκτρονικά όργανα, με τους ίδιους μουσικούς που συνόδεψαν τον Μπομπ Ντίλαν, στο κομμάτι Like a Rolling Stone. Το ντουέτο δεν ήξερε τίποτα για αυτό μέχρι και την κυκλοφορία του. 

Έφτασε στο νούμερο 1 του αμερικανικού chart Billboard Hot 100, και οδήγησε τους δύο μουσικούς να επανενωθούν και να κυκλοφορήσουν τον δεύτερο δίσκο τους, τον οποίο η δισκογραφική τους τον ονόμασε Sounds of Silence, ώστε να εκμεταλλευτεί την επιτυχία του τραγουδιού.

Έιχε επιτυχία σε αρκετές χώρες, μεταξύ των οποίων η Αυστρία, η Δυτική Γερμανία, η Ιρλανδία, η Ιαπωνία, η Ολλανδία, αλλά και η Αυστραλία. Πλέον, θεωρείται ως ένα κλασικό φολκ τραγούδι, που μάλιστα, το 2013, εισήχθη και στο National Recording Registry της Βιβλιοθήκης του Κονγκρέσου, όντας «πολιτισμικά, ιστορικά, και αισθητικά σημαντικό», μαζί και με τον υπόλοιπο ομότιτλο δίσκο.

Ήταν ένα ονειρικό ντουέτο

Και σε νεότερη ερμηνεία