Έχει χιλιοειπωθεί, σε ιστορίες, σε στίχους τραγουδιών, σε πεζά και ποιήματα. Είναι ανελέητα κυρίαρχος. Είναι ανελέητα ανελέητος. Δε διακρίνει παρά δύο είδη, τον εραστή και τον ερώμενο. Αυτόν που έγραψε τους στίχους για εκείνον που του ανήκουν. Ο Πλάτωνας είπε, ήμαστε τερατάκια κάποτε με τέσσερα πόδια και τέσσερα χέρια, μας φοβήθηκαν οι θεοί, μας έκοψαν στην μέση, γίναμε μισοί. Το άλλο μισό ψάχνουμε να βρούμε. Ερωτώντας λοιπόν τον έρωτα, είσαι εσύ αυτό που μου πήραν τότε;

Ο Σάμιουελ Μπέκετ στο βιβλίο του «Πρώτος έρωτας» κατέληξε πως κανείς τον έρωτα δεν τον παραγγέλνει. Πώς να το κάνεις άλλωστε; Αν ήταν έτσι, δεν θα ήταν τρέλα. Αν ήταν έτσι, θα ήταν όλα εύκολα. Και τίποτα εύκολο, δε γνώρισε μαγεία.

Ο Χέμινγουεη στο «Για ποιον χτυπάει η καμπάνα» έκανε τη Μαρία την πιο ευτυχισμένη ύπαρξη, σε ένα χωροχρόνο πολέμου, σειόταν η γη έλεγε, δεν ήταν ίδια με καμία εκείνη. Χαμένη στον καθηλωτικό έρωτα για τον άντρα που ήρθε ξαφνικά. Κι ας γινόταν χαλασμός. Έχτιζε έναν κόσμο δίπλα του, έχτιζε έναν κόσμο στο μετά μαζί. Αγάπησε. Αρκούσε.

Η «Mαντάμ Μποβαρύ» του Φλωμπέρ, χαμένη σε μία μέτρια ζωή, σε μία πνιγερή πραγματικότητα, ερωτεύτηκε για να ξεφύγει, ερωτεύτηκε για να νιώσει ζωντανή, ερωτεύτηκε γιατί όταν ο χτύπος γίνεται διπλός είναι σα να ζεις δυο ζωές. Ο μποβαρισμός χαράχτηκε στη δική μου καρδιά για την «τόλμη του δειλού που δεν έχει πλέον τίποτα να χάσει». Και τι είναι πιο παράτολμο από τον έρωτα;

Οι «Mεγάλες προσδοκίες», αυτές του έρωτα και αυτές του Ντίκενς έφεραν τον ήρωα, μπλεγμένο στο θέλγητρο μίας εξιδανικευμένης ύπαρξης, μίας παρουσίας που δεν την αγγίζει τίποτα, που έγινε θρύλος κι έπειτα μύθος. Σαν τον έρωτα τον ανεκπλήρωτο, το μεγάλο μας απωθημένο, το φιλί που δε γευτήκαμε αλλά είμαστε σίγουροι πως είναι από όλα το πιο γλυκόπιοτο.

«Γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού, γένους ανυπεράσπιστου», Κική Δημουλά. Ρίψασπις είναι ο ερωτευμένος. Απροστάτευτος στα δηλητηριασμένα βέλη. Διακαής ο πόθος, τοξικό το δηλητήριο. Αντίδοτο δε βρέθηκε. Αντίδοτο δεν υπάρχει.

«Κι εδώ, κι εδώ θα σ΄αγαπώ, κι υπό την γην, κι επάνω,

και εις θανάτου έρεβος, κι εις βίου αστραπάς.

Δεν είναι χώμα η ψυχή, ποτέ δεν θ΄αποθάνω.

Είναι ζωή κι ο θάνατος, οπόταν αγαπάς.»

-Αχιλλέας Παράσχος-

Από όταν θα αγαπήσεις, γίνεσαι αθάνατος. Ανήκεις στην αιωνιότητα. Όχι ο άλλος, εσύ.

 

Από την Μαρία Σιώρη via: maxmag.gr