Σήμερα θα σου μιλήσω για εκείνα τα έξυπνα πουλιά που πιάνονται από τη μύτη.

Μα θα ξεκινήσω μιλώντας σου για εκείνη· που ψυχή έδωσε, αλλά στης φτήνιας και της μικροπρέπειας το καρτέρι δεν ενέδωσε.
Για εκείνη που δόθηκε, αλλά δεν παραδόθηκε.

Για του έρωτα τα όνειρα που δε ευοδώθηκαν, μια και τα αισθήματα προδόθηκαν.
Δεν είναι καμιά ιδιαίτερη ιστορία αγάπης.

Δεν έχει δράκους, νεράιδες, παλάτια.
Δεν πατάει σε κινηματογραφικά σενάρια με τυχαία συναπαντήματα ανάμεσα σε ράφια βιβλιοθηκών ή σούπερ μάρκετ, με ατέρμονες βόλτες σε χαοτικές ακρογιαλιές το ηλιοβασίλεμα.

Δεν ήταν μια αγάπη απαγορευμένη, δεν ήταν έρωτας αντισυμβατικός, ούτε “αταίριαστος”.
Δε χρειαζόταν κανένα μυθικό φωτοστέφανο για να τον αγαπήσει.

Καμία φανταχτερή λεζάντα δεν αναβόσβηνε για να διαφημίσει τον έρωτά της.
Ήταν περήφανη κι ευτυχισμένη γι’ αυτό που ένιωθε, για όσα έδινε, χωρίς καμία δικαιολογία από αυτές που η κοινή γνώμη κολλάει στο παζλ των ερωτηματικών της αλλότριας ευτυχίας.

Ήταν αυτή η ίδια που ήταν πάντα, και ταυτόχρονα εντελώς διαφορετική από την ημέρα που τον συνάντησε.
Γιατί γι’ αυτόν μεγάλωνε.

Γι’ αυτόν ετοιμαζόταν.
Γι’ αυτόν μάζευε χρόνια ολόκληρα κι αποθήκευε στην καρδιά της δεμάτια τρυφερότητας, αφοσίωσης, νοιαξίματος.

Γι’ αυτόν απέκρουε τις ενοχλητικές επιθέσεις κάθε τυχάρπαστου εισβολέα που απειλούσε να διαταράξει την καρτερική αναμονή της, τη ρομαντική και ακλόνητη πεποίθησή της, πως άξιζε να τον περιμένει.
Πως γεννήθηκε γι’ αυτόν.

Για να τον συναντήσει και να ξαναγεννηθεί στα χέρια του.
Να μηδενίσει το κοντέρ της ζωής της και να γίνει εκείνος όλος ο κόσμος της.

Ώσπου εκείνος ήρθε.
Χωρίς προειδοποίηση, τότε που εκείνη είχε λιγάκι κουραστεί.

Ήρθε κι ήταν σα να ήταν πάντα εκεί.
Σα να του ανήκε.

self love 3969644 960 720

Έγινε σεμία μέρα το κορίτσί του και η γυναίκα του.
Διέτρεξε όλα τα μάταια χρόνια της ύπαρξής της που πέρασε μακρυά του.

Έγινε η φίλη του, η σύντροφος της ζωής του, η συνοδοιπόρος του.
Τον φρόντιζε σα μητέρα, τον ακολουθούσε όπως ο πιστός οπαδός, γελούσε μαζί του όπως ο καρδιακός φίλος, τον σαγήνευε όπως η αμαρτία, τον υπηρετούσε όπως ο στρατιώτης τον αρχηγό του.

Γιατί για κάποιο ακαθόριστο, ανεξήγητο λόγο η επίδραση που ασκούσε πάνω της ήταν καταλυτική, τόσο που ο έρωτας τους να γίνει εξάρτηση.
Αλληλεξάρτηση.

Αυτή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, παρά να εξακολουθεί να δίνει και να δίνεται.
Κι εκείνος δεν μπορούσε χωρίς να παίρνει και να δέχεται τα δώρα της, που για δικαίωμα θαρρούσε.

Εκείνος νόμιζε πως αυτή είναι η αποστολή κι η ευχαρίστησή της, και πως την τιμά με το “προνόμιο” να ρίξει φως στα σκοτάδια του, να τραβήξει τις κουρτίνες στο μουντό σπιτικό του.
Μα όταν εκεινη ξάπλωνε λίγο να ονειρευτεί, εκείνος έκλεινε πάλι τα παράθυρα και τις κουρτίνες και εκείνη χρειαζόταν διπλό κόπο να τακτοποιήσει τα αδέσποτα της σχέσης τους στα σκοτεινά.

Κουραζόταν τότε πολύ κι εκείνος τ’ απολάμβανε.

Και τα ανακάτωνε όλα ξανά, γιατί ήξερε πως εκείνη θα είναι εκεί πάλι να συμμαζέψει, να σιγυρίσει, να απομακρύνει τη σκόνη, να γυαλίσει τις επιφάνειες.
Ήξερε πως εκείνη όλα τα μπορεί, μέσα του τ’ αναγνώριζε, αλλά δεν κατάλαβε πως κι ο Θεός την έβδομη ημέρα ξεκουράστηκε.

Γιατί για από μηχανής θεά του τη λογάριαζε, πόνταρε τα πάντα σε αυτήν, ότι θα είναι συνέχεια εκεί να τον σώζει από τους δαίμονες του.

Καθόλου δεν του πέρασε από το μυαλό πως κουραζόταν κι αυτή.
Καθόλου δεν κατάλαβε πως κρυμμένος πίσω από το παραπέτασμα του μοναχικού “εγώ” του δεν ήταν πια ο επιβλητικός αρχηγός της.

Δεν μπορούσε πια να τον ακολουθεί, δεν ήθελε.

Δε θα γινόταν πιόνι στη σκακιέρα του, πριγκίπισσα γεννήθηκε και για βασίλισσα προοριζόταν.
Δε γούσταρε άλλο που έγινε δεδομένη.

Ήθελε να τη διεκδικήσει ξανά, να την ξανακατακτήσει.
Γι’ αυτό επαναστατούσε.

Μήπως κι εκείνος αντιδράσει και καταστείλει την ανταρσία της, μήπως και πορθήσει την καρδιά της που οχύρωσε για να προστατέψει από τις πληγές.
Δεν υπερασπίστηκε τελικά τον τίτλο που του είχε απονείμει.

Έμεινε μόνος στο σκοτεινό πύργο του, έκπτωτος άγγελος.
Κι εκείνη που του δόθηκε, αλλά δεν παραδόθηκε, ξεκλείδωσε την πόρτα κι έφυγε.

Έσκυψε, κι έσπρωξε το κλειδί πάλι προς τα μέσα.
Και καπως έτσι τα δεδομένα, γίνονται ζητούμενα, και καταλήγουν αγνοούμενα.

 

Ανθή Γεώργα, loveletters.gr