Άλλο σε σκέφτομαι, άλλο σε νοιάζομαι, έγραψες μια μέρα σε κάποιο μήνυμά σου, από αυτά που εντέλει πάντα μένουν με ερωτηματικό στην άκρη τους, για να κρεμάσουμε και οι δυο τις αμφιβολίες μας. ‘Οταν σε σκέφτομαι, γράφεις, ο νους μου ταξιδεύει, φτιάχνει εικόνες.

Να ‘χω λέει επιτέλους καταφέρει να ξεγελάσω το αγχώδες, πολύστροφο μυαλό σου και να το έχω πάρει μακριά από τις ρουτίνες που το έχεις υποχρεώσει να ζει. Να σου μιλάω και εσύ να γελάς χωρίς προφανή λόγο, αλλά για τη χαρά του μαζί, να αφήνεσαι ξαφνιασμένα κι απορρημένα σ εκείνο το τώρα το εκτός καλοστημένου προγράμματος.

Μ’ αρέσει να σε βλέπω να γελάς, γίνεσαι το ξεχασμένο παιδί μέσα σου, αυτό που έχει όρεξη αδάμαστη για ζωή και περιπέτεια, μακριά από πρέπει κι υποχρεώσεις. Είσαι τόσο όμορφη όταν γελάς, το ξέρεις; Αν το ήξερες, θα γελούσες συχνότερα…

Αλλοτε πάλι με φαντάζομαι να καταφέρνω να αποπλανώ αυτό το μυαλό σου με τις τόσες δικλείδες ασφαλείας και να μου παραδίδεται, ναι να επιλέγει εμένα και να μ αφήνει να ταξιδέψω την ανάσα μου για ώρες στο κορμί που το φυλά. Το κορμί να τρέμει, το μυαλό να ποθεί και η περιβόητη λογική σου να έχει για λίγο αποκοιμηθεί. Εναλλαγή πρωτόγονης ορμής, για να καταφέρω επιτέλους να σε κατακτήσω ολοκληρωτικά, να σου επιβληθώ σαν το αρσενικό που ζητάς διακαώς να σε βάλει στη θέση σου, για να μην μου ξαναξεφύγεις και τρυφερής αγκαλιάς, όπως κρατάς κάτι εύθραυστο και πολύτιμο που σπάει, εκεί μαζί μου άνευ όρων εσύ.

Άλλες πάλι στιγμές σε σκέφτομαι με όλη την ανεμελιά, που έχεις ξεχάσει να χαρίζεις στον εαυτό σου και θα ‘θελα να σου προσφέρω θυμίζοντας σου εγώ. Μια βόλτα άνευ λόγου σε μιαν αμμουδιά, μια ξυπολησιά χωρίς έλεος για ώρες με πόδια χωμένα στην άμμο, ένα παγωτό χωνάκι βανίλια που σου αρέσει, για να γλυκάνεις τη γεύση σου ή και τώρα σ ένα Χειμώνα σαν τούτο δω που ζούμε, μια βόλτα στη βροχή κάτω από την ίδια ομπρέλα, ένας μοιρασμένος ζεστός καφές, αυτός ο δυνατός που προτιμάς. Κι ένα χουζούρι ένα πρωινό που θα ‘χω ξυπνήσει δίπλα σου και θα νιώθω τόσο ευτυχισμένος, που θα σκαρφίζομαι ένα σωρό ιδέες για να την κοπανήσουμε μαζί εκείνη τη μέρα από την τρέλα μας και να κάτσουμε αγκαλιά στο κρεβάτι για ώρα. Τουλάχιστον…

Αυτά φαντάζομαι όταν σε σκέφτομαι, γράφεις. Μεταξύ άλλων… Όταν όμως θέλω να σε νοιάζομαι, στο δείχνω. Να όπως τώρα, που διαβάζεις αυτό το μήνυμα και εγώ είμαι από κάτω από το σπίτι σου και σε περιμένω να κατέβεις για να σε βοηθήσω στο πρόγραμμα που έστησες για σήμερα. Πάμε όπου θες. Και σου πήρα και καφέ από το μαγαζί που σου αρέσει να πίνεις. Κατάλαβες τώρα;

 

Κείμενο: Ζωή Τριανταφυλλοπούλου, loveletters