Χαμογέλασα ασυνείδητα με ένα μήνυμα που μου έστειλες. Και κάπως έτσι το αντιλήφθηκα. Και, μάλλον, κάπως έτσι το αντιλαμβανόμαστε όλοι. Πως έτσι ξαφνικά ήρθε. Πως έτσι ξαφνικά κι αθόρυβα ερωτευτήκαμε.

Βλέπεις, ο έρωτας είναι ένας έφηβος αυταρχικός. Ένας έφηβος που ξέρει να απαιτεί, να διεκδικεί, και κάνει του κεφαλιού του, που ποτέ δε ρωτάει. Δε χτυπάει πόρτες, και κλέβει κάθε σπιθαμή του χώρου που βρίσκεται. Και πριν καλά-καλά το καταλάβεις, έχει γίνει η προσωπικότητα που βασιλεύει στο μυαλό σου.

Και κάνει την καρδιά σου να χτυπάει σε έναν τρελό ρυθμό. Κι έχεις καταλάβει πως σε ‘χει καταβάλει. Πως έχει κυριαρχήσει, και πως έχει πάρει τον απόλυτο έλεγχο, εφόσον πλέον δεν μπορείς να τον διώξεις, ούτε καν να τον απομακρύνεις. Χαοτικά αρμονικός ο έρωτας. Έρχεται αθόρυβα, και ξεκινάς να τον αντιλαμβάνεσαι, όταν πλέον ξεχειλίζει από παντού μέσα σου.

Ξεκινάς να γελάς με την ιδέα του άλλου. Ξυπνάς και σκέφτεσαι την τελευταία σας συνάντηση. Βρίσκεις τον εαυτό σου να περιπλανιέται μονάχος στην Αθήνα και με μάτια που λάμπουν, χαζεύοντας τον κόσμο, πιπιλάς καφέ απ’ το θερμός σου. Να πηγαίνεις στη δουλειά με ένα πλατύ χαμόγελο, ρωτώντας τους πάντες πώς είναι και χαρίζοντας απίστευτη θετική ενέργεια. Ακούς χαρούμενα ερωτικά κομμάτια στη διαπασών στο αυτοκίνητο, κι απλά τραγουδάς στον ρυθμό τους. Τα βράδια νιώθεις πως το σώμα σου δε χρειάζεται ύπνο και ξεκούραση, προτιμάς να απολαμβάνεις την ησυχία μπροστά από μια θέα.

Και, όχι, ψέματα δεν είναι. Απλά ήρθε και γαργαλάει το σώμα σου από μέσα προς τα έξω. Σαν μια φουρτούνα, μέσα στα μουντά σου «θέλω». Ο έρωτας είναι ένας καρπός που όσο ανθίζει δεν το καταλαβαίνεις. Νιώθεις την ύπαρξή του μονάχα όταν πια τα τριαντάφυλλα μοχθούν να βγουν από μέσα σου.

Ξεκινάει ως κάτι μικρό κι αθώο. Ως στιγμές που περνάς με τον άλλον λαχταρώντας να ‘ρθουν κι άλλες. Και προσπαθείς να τις αυξήσεις. Κι ύστερα γέλια, χωρίς να καταλαβαίνεις πάντα το «γιατί». Και μένεις να χαζεύεις εκείνο το πρόσωπο, που θα μοιραστείς μαζί του απ’ το αγαπημένο σου φαγητό μέχρι και τον μεγαλύτερό σου φόβο, το πιο τρελό σου όνειρο. Κι όσο αφήνεις το σώμα σου να μουδιάζει σε αυτό το συναίσθημα, το αρωματίζεις με τα μπουμπούκια που ‘χουν ξεκινήσει να μεγαλώνουν μέσα σου.

Καταλαβαίνεις. Έτσι, στα καλά καθούμενα, μέσα σε κάποια ησυχία σου, μέσα σε κάποια μοναξιά σου. Πιάνεις τον εαυτό σου να κάνει όνειρα. Κι ακριβώς εκείνη τη στιγμή ξεκινάς να αντιλαμβάνεσαι πως αυτοί οι ανθισμένοι καρποί έχουν ξεκινήσει να παίρνουν φωνή μέσα σου. Και την πάτησες πάλι. Ήθελες-δεν ήθελες να αφεθείς σε αυτή την παλίρροια, πλέον έχεις ανοίξει τα πανιά σου, και δεν μπορείς να κάνεις κάτι πέρα απ’ το να ψάξεις την ακτή. Να ψάξεις, δηλαδή, ένα νόημα μέσα σε όλο αυτό το «κάτι».

Βλέπεις, «ο έρωτας είναι σαν τη θάλασσα». Έτσι μας έγραψε ο Χριστιανόπουλος κι έτσι πρέπει να ‘ναι. Μια μέρα με δυνατούς ανέμους, χωρίς να το περιμένεις, θα ξεκινήσεις το ταξίδι σου. Ίσως περιπλανιέσαι μια ζωή. Ίσως βρεις τον προορισμό σου απ’ το πρώτο κιόλας βράδυ, με καθαρό ουρανό. Ίσως πνίγεις στο ταξίδι. Αλίμονο αν σταματήσουμε τα ταξίδια επειδή μερικοί πέθαναν στην πορεία. «Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι. Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα, γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.» Το μαγικό μα συνάμα τρομακτικό κομμάτι είναι πως ανεξαρτήτως της πορείας, η αρχή θα σε κάνει να μη σε νοιάζει τίποτα. Άξιζε μόνο γι’ αυτό.

Ίσως ο έρωτας αξίζει μόνο γι’ αυτό, τελικά. Γι’ αυτή τη μέθη. Γιατί αν δε μιλάμε για μια μεθυσμένη νηφαλιότητα, τότε γιατί μιλάμε; Να ‘χεις βυθιστεί απόλυτα και πλήρως στον άνθρωπο που αντικρίζεις. Να νανουρίζεις τον εαυτό σου με τη μυρωδιά του. Να επιζητείς κάθε στιγμή το άγγιγμά του, άλλα να μην έχεις παραδεχτεί –ή, ακόμα χειρότερα, αντιληφθεί– πως είσαι ερωτευμένος.

Έτσι ύπουλα έρχεται, λοιπόν, αυτός ο έφηβος. Και φτιάχνει τη διάθεσή μας στα πάντα. Σαν να αλλάζουμε στάση απέναντι στην ίδια τη ζωή. Σαν να μην υπάρχει αρνητική πλευρά σε τίποτα. Σαν το χαμόγελό μας να αποκτά αξία. Σαν να νιώθουμε πως όχι πλέον νοιαζόμαστε για έναν άνθρωπο με έναν ξεχωριστό τρόπο, αλλά εμείς οι ίδιοι έχουμε γίνει ξεχωριστοί.

Δε θα καταλάβεις πώς ήρθε. Μονάχα πως έφτασε. Και δε θα σε νοιάζει ούτε καν το τέλος. Το πώς σε έκανε να νιώσεις είναι τόσο απερίγραπτο, που θα πατούσες το κουμπί του “replay” και θα ξεκινούσες απ’ την αρχή κάθε στιγμή.

 

 

Κείμενο: Νταϊάνα Κραέτε-pillowfight.gr