Paranoid, το δεύτερο άλμπουμ του βρετανικού χέβι μέταλ συγκροτήματος Black Sabbath. 

Μετά την κυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ το Φεβρουάριο του 1970, οι Black Sabbath πήγαν στα "Regent Sound Studios" του Λονδίνου στα μέσα του Ιουνίου εκείνης της χρονιάς για να ηχογραφήσουν τον επόμενο δίσκο τους. Μετά την ολοκλήρωση των ηχογραφήσεων, η εταιρεία τους επέμενε για ένα πιο εμπορικό τραγούδι σε σύγκριση με τα υπόλοιπα κομμάτια τους με αποτέλεσμα το συγκρότημα να ξαναμπεί στο στούντιο και μέσα σε είκοσι λεπτά να ηχογραφήσει το τραγούδι "Paranoid", την μεγαλύτερη σινγκλ επιτυχία τους.

Η αρχική ονομασία του δίσκου ήταν "War Pigs" αλλά η "Vertigo" επέμεινε να αλλάξει σε "Paranoid" για να μη δημιουργηθούν προβλήματα λόγω του πολέμου του Βιετνάμ. Το σινγκλ "Paranoid" κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1970 ανεβαίνοντας στο # 4 των βρετανικών τσαρτ και το Top-5 των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών. Ακολούθησε το άλμπουμ ένα μήνα αργότερα, σκαρφαλώνοντας στο # 1 στη Μεγάλη Βρετανία και το # 12 στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού. Μέχρι σήμερα, έχει βραβευθεί ως τέσσερις φορές πλατινένιος δίσκος στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το άλμπουμ περιέχει μερικά από τα διασημότερα κομμάτια του συγκροτήματος και είναι αυτό που τους έκανε γνωστούς στο ευρύ κοινό. Τραγούδια όπως το ομώνυμο, το "Iron Man" και το "War Pigs" παρέμειναν στο set list των ζωντανών εμφανίσεων των Black Sabbath για όλη τη διάρκεια της καριέρας τους και τραγουδήθηκαν από όλους τους τραγουδιστές οι οποίοι πέρασαν από το συγκρότημα.

Το "Paranoid" κυκλοφόρησε στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Ιανουάριο του 1971 λόγω της αργοπορημένης επιτυχίας που γνώρισε εκεί το πρώτο τους άλμπουμ. Παρ' όλη τη μεγάλη επιτυχία του, ο δίσκος κατακρίθηκε από τους κριτικούς της εποχής, αλλά πλέον θεωρείται ένας από τους καλύτερους δίσκους στην ιστορία της χαρντ ροκ μουσικής. Το "AllMusic" του έχει δώσει πέντε αστέρια και το περιοδικό "Rolling Stone" το κατέταξε στην 131η θέση της λίστας του με τα 500 καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών.

Ο δίσκος ξεκινάει με το τραγούδι "War Pigs", του οποίου το αρχικό όνομα ήταν "Walpurgis", ένα φεστιβάλ Παγανισμού και Μαγείας. Οι στίχοι του κομματιού είναι αντιπολεμικοί και στην αμερικανική έκδοση του δίσκου έφερε τον τίτλο "War Pigs/Luke's Wall". 

Ακολουθεί το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου, το οποίο μιλάει για έναν παρανοϊκό άνδρα και ήταν η πρώτη μεγάλη επιτυχία του συγκροτήματος, οδηγώντας τους να εμφανιστούν στην τηλεοπτική εκπομπή "Top of the Pops" του δικτύου "BBC", για πρώτη φορά.

Τρίτο τραγούδι του δίσκου είναι το ψυχεδελικό "Planet Caravan", με τον Όζι Όσμπορν να τραγουδάει με vibrato εφέ στο μικρόφωνο. 

Ακολουθεί το "Iron Man" του οποίου οι στίχοι αναφέρονται σε ένα άνθρωπο ο οποίος ταξιδεύει στο χρόνο για να δει το τέλος του κόσμου και κατά την επιστροφή του στη Γη διαπερνά μία μαγνητική καταιγίδα και γίνεται σιδερένιος. Όταν επιστρέφει, κανείς δεν τον πιστεύει με αποτέλεσμα αυτός να τρελαθεί, εκδικούμενος το ανθρώπινο γένος και φέρνοντας το τέλος το οποίο ο ίδιος είχε δει. Το σινγκλ του "Iron Man" ανέβηκε στο # 52 του Billboard, την υψηλότερη θέση από οποιοδήποτε άλλο σινγκλ του συγκροτήματος. Η εκτέλεση του από το δίσκο "Reunion" του 1998 κέρδισε το βραβείο "Grammy" για την καλύτερη μέταλ ερμηνεία.

Η δεύτερη πλευρά του δίσκου ξεκινά με το "Electric Funeral", ένα τραγούδι το οποίο μιλά για ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα.

Ακολουθεί το "Hand of Doom", του οποίου η ιδέα ήρθε στο συγκρότημα όταν είδαν ένα μεγάλο αριθμό αμερικανών στρατιωτών οι οποίοι κατέφθαναν στη Μεγάλη Βρετανία από το Βιετνάμ με εθισμό στις ναρκωτικές ουσίες.

Στη συνέχεια το "Rat Salad" το οποίο είναι η βάση για το σόλο τυμπάνων του Μπιλ Γουόρντ και ο δίσκος κλείνει με το "Fairies Wear Boots", ένα κομμάτι το οποίο έγραψε το συγκρότημα μετά από έναν καβγά που είχαν με μία ομάδα αναρχικών. Ο τίτλος αποτελεί υπαινιγμό για την ενδυμασία αυτών, ενώ η εισαγωγή του κομματιού λέγεται "Jack the Stripper".

 

Με πληροφορίες από wikipedia